Wednesday, December 19, 2012

καθως ψυχοραγώ (mientras agonizo)



μετάφραση (  Mario Domínguez Parra)
Traducción  : Mario Domínguez Parra




mientras agonizo

... sumerjo mi mano izquierda en la roca.
Está hecha de tiempo antiguo y fuego.

La muerte es una brizna de seca hierba áurea
en sus riberas.
Algunas voces vuelan despacio de un lado del desfiladero al otro.

Mis tres hijos lloran y me siento tranquilo
la mesa, la casa, las montañas… ¡todo!
todo está hecho de tiempo
como las olas de agua
como las nubes de niebla

No todo
¡Yo soy como un árbol!
ramas ramitas
dibujos bifurcaciones
de algo que no es tiempo
soy algo en el tiempo
frágil como el azúcar
que cristalizó
en una antigua bebida dulce.

Llegaron los fallecidos
para ayudar
es difícil estar muerto.
Estoy lento y perplejo
arrastro
trozos de mi vida
una gran roca
en medio del precipicio meridional
los juncos del patio
mediodías estivales
y un trozo de mar
una pequeña iglesia secreta en el desván
la sangre que se derramó una Primavera.

Todos partieron vivos y fallecidos.
El viento sopla
escucho ladrar a los perros a lo lejos
indignados por la soledad
asciende la noche desde los desfiladeros…

Sólo quedó la luna
para agujerear taciturna

el tiempo sobre la roca




καθώς ψυχορραγώ (στον William Cuthbert Falkner)



..βυθίζω το αριστερό μου χέρι στο βράχο.
Είναι φτιαγμένος από αρχαίο χρόνο και φωτιά.

Ο θάνατος είναι μια τούφα ξερά χρυσά χόρτα
στις όχθες του.
Κάτι φωνές πετούν αργά από τη μια μεριά του φαραγγιού στη άλλη.

Κλαίνε οι τρεις γιοί μου και νιώθω ήσυχος
το τραπέζι , το σπίτι, τα βουνά .. όλα !
όλα είναι φτιαγμένα από χρόνο
όπως τα κύματα από νερό
όπως τα σύννεφα από ομίχλη

Όχι όλα
Εγώ είμαι σα δέντρο!
κλωνάρια κλωναράκια
σχέδια διακλαδώσεις
από κάτι που δεν είναι χρόνος
είμαι κάτι μέσα στο χρόνο
εύθραυστο σα τη ζάχαρη
που κρουστάλλιασε
σε παλιό γλυκό πιοτό.

Ήρθαν οι πεθαμένοι
να βοηθήσουν
είναι δύσκολο να είσαι νεκρός.
Είμαι δυσκίνητος και σαστισμένος
σέρνω
κομμάτια της ζωής μου
ένα μεγάλο βράχο
στη μέση του νοτικού γκρεμού
τα καλάμια της αυλής
θερινά μεσημέρια
και ένα κομμάτι θάλασσα
ένα εκκλησάκι μυστικό στην αποθήκη
το αίμα που χύθηκε μια Άνοιξη.

Φύγαν όλοι ζωντανοί και πεθαμένοι.
Φυσά ο άνεμος
ακούω τους σκύλους που γαυγίζουν μακριά
αγανακτισμένους από τη μοναξιά
ανεβαίνει η νύχτα από τα φαράγγια…

Έμεινε μόνο το φεγγάρι
να καρφώνει αμίλητο
το χρόνο στο βράχο

1 comment:

ειρήνη said...

πόσο όμορφο ποίημα

να'σαι πάντα καλά Κωστή